πινακίδα
ουσιαστικό1. Επίπεδος φορέας από ξύλο, μέταλλο, πλαστικό ή άλλο υλικό που φέρει γραπτό, σύμβολα ή εικόνες και τοποθετείται σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους για να παρέχει πληροφορίες, οδηγίες ή προειδοποιήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πινακίδα οδικής σήμανσης δείχνει όριο ταχύτητας.
- Η πινακίδα του καταστήματος φωτίζεται τη νύχτα.
- Στην πόρτα του γραφείου υπάρχει μια πινακίδα με το όνομα του καθηγητή.
- Η πινακίδα του αυτοκινήτου ήταν θαμπή και δεν διαβάζονταν.
- Στην πλατεία τοποθετήθηκε μια πινακίδα αφιερωμένη στους αγωνιστές.