πηγή
ουσιαστικό1. Φυσική εστία όπου αναβλύζει υπόγειο νερό στην επιφάνεια της γης.
2. Αρχικό σημείο ή προέλευση από όπου εκπορεύεται ή ξεκινά κάτι, όπως ιδέα, κίνηση ή διαδικασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρήκαμε μια πηγή στο βουνό και γεμίσαμε τα μπουκάλια με καθαρό νερό.
- Η εφημερίδα επικαλέστηκε ανώνυμη πηγή για το ρεπορτάζ.
- Η έλλειψη ύπνου αποτελεί συχνά πηγή προβλημάτων υγείας.
- Ο ήλιος είναι κύρια πηγή ενέργειας για τον πλανήτη.
- Στη διπλωματική του ανέφερε όλες τις πηγές που χρησιμοποίησε.