περιήγηση
ουσιαστικό1. Διαδρομή ή επίσκεψη σε χώρο, συχνά οργανωμένη ή προγραμματισμένη, με σκοπό την εξέταση, την ψυχαγωγία ή την παρουσίαση αξιοθέατων.
Συνώνυμα
ξενάγηση εκδρομή επίσκεψη περιπλάνηση πλοήγηση οδοιπορία σέρφινγκ εξόρμηση περιοδεία οδοιπορικό βόλτα περίπατος διαδρομή γύρος ταξίδι περιδιάβαση περπάτημα εξερεύνηση προσκύνημα σάρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η περιήγηση στο μουσείο κράτησε δύο ώρες.
- Κάναμε βραδινή περιήγηση στα φωτισμένα αξιοθέατα της πόλης.
- Η σχολική περιήγηση μέσω βίντεο παρουσίασε την ιστορία της περιοχής.
- Κατά την περιήγηση στο διαδίκτυο πρέπει να προσέχουμε τα προσωπικά μας στοιχεία.
- Η περιήγηση με το πλοιάριο κατά μήκος της ακτής ήταν αξέχαστη.
- Η περιήγηση στο εθνικό πάρκο μας αποκάλυψε σπάνια φυτά.