πειρατής

ουσιαστικό

1. Άτομο που επιτίθεται σε πλοία ή πληρώματα στη θάλασσα προκειμένου να κλέψει φορτίο, χρήματα ή να καταλάβει το πλοίο, ενεργώντας εκτός νόμου.

Συνώνυμα

κουρσάρος χάκερ επιδρομέας ληστής κακοποιός πλιατσικολόγος εισβολέας λαθρέμπορος ναύτης

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πειρατής επιτέθηκε στο εμπορικό πλοίο τα ξημερώματα.
  • Κατά τον 17ο αιώνα, οι πειρατές λεηλατούσαν τις ακτές της Καραϊβικής.
  • Κατηγορήθηκε ως πειρατής λογισμικού επειδή διένειμε παράνομα προγράμματα.
  • Ο πειρατής ραδιοφώνου εξέπεμπε μουσική όλο το βράδυ χωρίς άδεια.
  • Στο σχολείο τον φώναζαν 'ο πειρατής' λόγω της μπαντάνας που φορούσε.