παρτίδα
ουσιαστικό1. Σύνολο ομοειδών αντικειμένων ή προϊόντων που παράγονται, συσκευάζονται, αποθηκεύονται ή διακινούνται μαζί ως ενιαία μονάδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρτίδα προϊόντων παραδόθηκε με καθυστέρηση.
- Μια νέα παρτίδα εμβολίων έφτασε σήμερα.
- Η παρτίδα στο σκάκι κράτησε τρεις ώρες.
- Έχασε την τελευταία παρτίδα πόκερ.
- Η παρτίδα του πίνακα στη δημοπρασία πωλήθηκε πολύ ακριβά.