παρεούλα

ουσιαστικό

1. Μικρή, άτυπη και φιλική συγκέντρωση ανθρώπων για κοινωνική συναναστροφή, συνήθως σε χαλαρό και οικείο περιβάλλον.

2. Η ομάδα ή παρέα αυτών των ανθρώπων, με στενή και ανεπίσημη σχέση μεταξύ τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθισαμε στο μπαλκόνι και κάναμε μια παρεούλα με φίλους μέχρι αργά.
  • Στο διάλειμμα σχημάτισαν μια μικρή παρεούλα και συζητούσαν για το μάθημα.
  • Έλα κι εσύ στην παρεούλα, δεν θέλουμε να μείνεις έξω.
  • Στο chat σχηματίστηκε μια παρεούλα που μοιραζόταν αστεία βίντεο.
  • Η παρεούλα τους ήταν τόσο δεμένη που μοιράζονταν τα πάντα.