παραπονιέμαι
ρήμα1. Εκφράζω με λόγια ή συμπεριφορά δυσαρέσκεια, δυσφορία ή απογοήτευση για κάτι που θεωρώ άδικο, ενοχλητικό ή ανεπαρκές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εστιατόριο παραπονιέμαι για την αργή εξυπηρέτηση.
- Μετά από πολύωρη δουλειά, παραπονιέμαι για πόνους στη μέση.
- Όταν είμαι στενοχωρημένος παραπονιέμαι στους φίλους μου.
- Ξέρω ότι συνεχώς παραπονιέμαι, αλλά προσπαθώ να είμαι πιο αισιόδοξος.
- Η μαμά πάντα λέει ότι παραπονιέμαι για τα ίδια πράγματα.