παραμορφώνω
ρήμα1. Προκαλώ μεταβολή στη γεωμετρία ή στη δομή ενός αντικειμένου ή υλικού, ώστε να αλλάζει το σχήμα, η επιφάνεια ή οι αναλογίες του, συνήθως λόγω εξωτερικής πίεσης, κάμψης ή θερμικής καταπόνησης.
Συνώνυμα
διαστρεβλώνω στρεβλώνω διαστρέφω παραποιώ παραχαράσσω αλλοιώνω παραλλάσσω ζημιώνω σακατεύω παραφράζω μεταμορφώνω στραβώνω παρερμηνεύω παρεκτρέπω βλάπτω τραυματίζω συσκοτίζω τροποποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κακή ανάλυση μπορεί να παραμορφώνω την εικόνα στο αποτέλεσμα.
- Ο πολύ δυνατός ήχος μπορεί να παραμορφώνω το σήμα της ηχογράφησης.
- Η λάθος μετάφραση δεν πρέπει να παραμορφώνω το νόημα του κειμένου.
- Το άγχος μπορεί να παραμορφώνω την αυτοεικόνα ενός ανθρώπου.
- Η ζέστη μπορεί να παραμορφώνω το πλαστικό αντικείμενο.