παραμορφωμένος

επίθετο

1. Που έχει αλλάξει ή αλλοιωθεί το φυσικό σχήμα ή η δομή του, με αποτέλεσμα να μην διατηρεί την αρχική μορφή.

2. Που παρουσιάζεται διαστρεβλωμένο ή αλλοιωμένο σε σχέση με την πραγματικότητα, την εικόνα ή την αντίληψη, οπτικά, ηχητικά ή εννοιολογικά.

Συνώνυμα

δυσμορφωμένος διαστρεβλωμένος αλλοιωμένος σακατεμένος εκτρωματικός παραποιημένος σκολιωμένος στραβός συνθλιμμένος συμπιεσμένος χαλασμένος ελαττωματικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθρέφτης ήταν παραμορφωμένος και έβγαζε παράξενες αντανακλάσεις.
  • Ο άντρας μετά το ατύχημα έμεινε παραμορφωμένος και δυσκολευόταν να αναγνωριστεί.
  • Ο ήχος από τα ηχεία ήταν παραμορφωμένος λόγω προβλήματος στην κάρτα ήχου.
  • Ο προβολέας ήταν παραμορφωμένος, γι' αυτό η εικόνα στην οθόνη ήταν λανθασμένη.
  • Ο τρόπος που παρουσίασε τα γεγονότα ήταν παραμορφωμένος και παραπλανούσε το κοινό.