παραμελούμαι
ρήμα1. Να μην παρέχεται η αναγκαία φροντίδα, επιμέλεια ή προσοχή προς κάποιον ή κάτι, με αποτέλεσμα αυτός/αυτό να μένει χωρίς φροντίδα ή να υποβαθμίζεται.
Συνώνυμα
αμελούμαι εγκαταλείπομαι αγνοούμαι παραβλέπομαι ξεχνιέμαι ξεχνούμαι παραγκωνίζομαι απαξιώνομαι περιφρονούμαι παραμερίζομαι απομονώνομαι υποβαθμίζομαι αποκλείομαι
Αντώνυμα
φροντίζομαι συντηρούμαι επιμελούμαι φέρομαι θεραπεύομαι αντιμετωπίζομαι επιβάλλομαι προσέχομαι προστατεύομαι εκτιμούμαι υποστηρίζομαι διατηρούμαι προβάλλομαι ελέγχομαι αναβαθμίζομαι ενισχύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθω ότι παραμελούμαι από την οικογένειά μου.
- Στο γραφείο, όταν δεν με ενημερώνουν, παραμελούμαι στις αποφάσεις.
- Από τότε που άλλαξε η διοίκηση, έχω την αίσθηση πως παραμελούμαι σε κάθε προαγωγή.
- Ο παππούς μου παραπονέθηκε: 'παραμελούμαι', γιατί κανείς δεν τον επισκέπτεται πια.
- Μην επιτρέπεις να παραμελούμαι· μίλησε με κάποιον αν χρειαστεί.