παράγοντας

ουσιαστικό

1. Στοιχείο ή παράμετρος που συνεισφέρει στην προέλευση, την εξέλιξη ή το αποτέλεσμα μιας κατάστασης, διαδικασίας ή φαινομένου.

2. Πρόσωπο ή οργανισμός που ενεργεί, επηρεάζει ή καθοδηγεί την εξέλιξη ενός γεγονότος ή την υλοποίηση ενός σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παράγοντας 3 διαιρεί τον αριθμό 12.
  • Η υγρασία είναι καθοριστικός παράγοντας για την εμφάνιση μούχλας.
  • Η ηλιακή ακτινοβολία είναι βασικός παράγοντας για τη φωτοσύνθεση.
  • Ως πολιτικός παράγοντας, ο υπουργός ασκεί μεγάλη επιρροή στις αποφάσεις.
  • Στη στατιστική ανάλυση, κάθε παράγοντας μπορεί να εξηγήσει μέρος της μεταβλητότητας.