παζάρι
ουσιαστικό1. Χώρος αγοράς, συνήθως υπαίθριος ή περιοδικός, όπου πολλοί πωλητές εκθέτουν και πωλούν διάφορα είδη και οι αγοραστές διαπραγματεύονται τιμές.
Συνώνυμα
μπαζάρ παζάρεμα αγορά λαϊκή πανηγύρι εμπόριο μάρκετ διαπραγμάτευση συναλλαγή αγοραπωλησία διπλωματία πιάτσα διαβούλευση ντιλ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παζάρι της πόλης ανοίγει κάθε Κυριακή στην κεντρική πλατεία.
- Βρήκα σπάνια βινύλια στο παζάρι των παλαιοπωλείων.
- Η ενορία διοργάνωσε παζάρι βιβλίων για να συγκεντρώσει χρήματα.
- Έκαναν παζάρι για την τελική τιμή του αυτοκινήτου.
- Μετά το λάθος έγινε παζάρι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.