πάτος
ουσιαστικό1. Το κάτω, εσωτερικό μέρος ενός δοχείου, χώρου ή αντικειμένου όπου συγκεντρώνονται υγρά ή στερεά και όπου ακουμπούν τα αντικείμενα.
2. Η κάτω επιφάνεια ή σόλα ενός σώματος ή αντικειμένου, όπως η σόλα του παπουτσιού ή η κάτω πλευρά του ποδιού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πάτος του μπουκαλιού είχε λίγες σταγόνες μελιού.
- Ο πάτος της θάλασσας ήταν γεμάτος κοράλλια.
- Ο πάτος του παπουτσιού ξεκόλλησε και χρειάζεται κόλλα.
- Ο πάτος της διάθεσής του φάνηκε μετά τα άσχημα νέα.
- Ο πάτος του κουβά ήταν σκουριασμένος.