πάσχων

επίθετο

Που υποφέρει από σωματικό ή ψυχικό πόνο, ασθένεια ή άλλη μορφή δυσφορίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πάσχων από χρόνια νόσο χρειάζεται συνεχή θεραπεία.
  • Ο πάσχων από ενοχές απομακρύνθηκε από την παρέα.
  • Στη ζωγραφική της εκκλησίας απεικονίζεται ο πάσχων Χριστός.
  • Ο πάσχων εργαζόμενος ζήτησε άδεια για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υγείας του.
  • Ο πάσχων εξέφρασε το παράπονό του στους συγγενείς.