οφθαλμοφανής

επίθετο

Που γίνεται άμεσα και εύκολα αντιληπτό, κυρίως με την όραση ή χωρίς ανάγκη περαιτέρω εξηγήσεων, λόγω έντονων χαρακτηριστικών ή σαφών ενδείξεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οφθαλμοφανής διαφορά στην απόδοση των δύο ομάδων έκανε τους προπονητές να ανησυχούν.
  • Ήταν οφθαλμοφανές ότι είχε κουραστεί μετά το μαραθώνιο.
  • Τα οφθαλμοφανή σημάδια στο τζάμι έδειχναν πως είχε γίνει διάρρηξη.
  • Η οφθαλμοφανής προσπάθειά του να αποφύγει την ερώτηση έκανε όλους ακόμα πιο καχύποπτους.
  • Η οφθαλμοφανής εύνοια του διευθυντή προς ορισμένους υπαλλήλους προκάλεσε αντιδράσεις.
  • Η απόκλιση στα οικονομικά στοιχεία ήταν οφθαλμοφανής και απαιτούσε διερεύνηση.