ουρά

ουσιαστικό

1. Προέκταση στο πίσω μέρος του σώματος ορισμένων ζώων, συχνά με τρίχωμα ή φτερά, που εξυπηρετεί λειτουργίες όπως ισορροπία, επικοινωνία ή άμυνα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ουρά της γάτας κουνιόταν απαλά.
  • Μπροστά από το ταμείο σχηματίστηκε μεγάλη ουρά.
  • Το νυφικό είχε μακριά ουρά που απλωνόταν στο πάτωμα.
  • Ο κομήτης άφηνε πίσω του φωτεινή ουρά στον νυχτερινό ουρανό.
  • Η ουρά του πυραύλου φώτισε τη νύχτα καθώς απογειωνόταν.