ορμάω
ρήμα1. Μετακινούμαι απότομα και με δύναμη προς κάτι ή προς κάποιον, συχνά για να τον πιάσω, να τον προσεγγίσω ή να τον βλάψω.
2. Ρίχνομαι γρήγορα σε μια κατεύθυνση ή σε μια δραστηριότητα, χωρίς πολλή προετοιμασία.
Συνώνυμα
επιτίθεμαι εφορμώ ρίχνομαι μπουκάρω σπεύδω πετιέμαι πετάγομαι πηδάω βουτάω τρέχω ξεσπάω βιάζομαι κυνηγάω εισβάλλω επιταχύνω οδεύω σκαρφαλώνω επιταχύνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την ώρα του αγώνα ορμάω στον αντίπαλο για να τον ανατρέψω.
- Όταν βλέπω ευκαιρία, ορμάω να την αρπάξω.
- Μόλις τον είδα, ορμάω σε γέλια.
- Μόλις μυρίζω το φαγητό, ορμάω στο πιάτο.
- Ακούγοντας τον θόρυβο, ορμάω να δω τι συνέβη.