ορθώς
επίρρημα1. Με τρόπο σύμφωνο προς κανόνες, λογική ή αποδεκτές πρακτικές, όπως οφείλει να γίνεται.
2. Με δίκαιο ή αιτιολογημένο τρόπο, που αντανακλά εύλογη κρίση και δικαιολογεί την ενέργεια ή την κρίση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καθηγήτρια επαινέθηκε γιατί βαθμολόγησε τους μαθητές ορθώς.
- Πρέπει να συμπληρώσεις τη φόρμα ορθώς για να γίνει αποδεκτή.
- Ορθώς σκέφτεσαι να το ξαναδείς πριν υπογράψεις.
- Οδηγούσε ορθώς και έτσι απέφυγε το ατύχημα.
- Ο διευθυντής ενήργησε ορθώς, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία.