ορέγομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω ή αισθάνομαι έντονη επιθυμία ή λαχτάρα για κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο ή κατάσταση, με πόθο και συχνά με επίμονη διάθεση.
2. Έχω όρεξη ή έντονο πόθο για τροφή ή για να δοκιμάσω κάτι γευστικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα το βράδυ ορέγομαι μια ζεστή σούπα.
- Αφού δούλεψα όλη μέρα, ορέγομαι να ξαπλώσω λίγο.
- Τον τελευταίο καιρό ορέγομαι ησυχία και χρόνο μόνος μου.
- Δεν ορέγομαι τα πλούτη των άλλων.
- Μετά από τόσες μέρες ταξιδιού, ορέγομαι την πατρίδα.