οθόνη
ουσιαστικό1. Επιφάνεια ή κατασκευή, συνήθως επίπεδη, πάνω στην οποία προβάλλονται ή εμφανίζονται εικόνες, κείμενα και γραφικά σε ηλεκτρονικές συσκευές όπως τηλεόραση, υπολογιστής ή κινητό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οθόνη του υπολογιστή είναι πολύ ευκρινής.
- Η ταινία προβλήθηκε σε μεγάλη οθόνη.
- Τοποθέτησαν μια διαφανή οθόνη ανάμεσα στα γραφεία για προστασία.
- Οι γιατροί παρακολουθούσαν τους ζωτικούς δείκτες στην οθόνη του μηχανήματος.
- Άγγιξε την οθόνη αφής για να ανοίξει η εφαρμογή.
- Οι οθόνες στο κέντρο ελέγχου δείχνουν ζωντανά δεδομένα.