ξύλο
ουσιαστικό1. Σκληρό οργανικό υλικό που προέρχεται από τους κορμούς και τους κλάδους των δέντρων, αποτελούμενο από ινώδεις ιστούς και χρησιμοποιούμενο για κατασκευές, έπιπλα, καύση και άλλα προϊόντα.
Συνώνυμα
ξυλοδαρμός ξυλοκόπημα ραβδί ρόπαλο σανίδα καδρόνι βέργα χτύπημα καύσιμο ράβδος κλαδί κλωνάρι παλούκι χαστούκι ράπισμα φάπα ποινή βιαιότητα διαπληκτισμός κακοποίηση μπουνιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξύλο είναι ιδανικό για έπιπλα.
- Πρόσθεσε λίγο ξύλο στο τζάκι για να ζεσταθεί το σπίτι.
- Ο μαθητής φοβόταν ότι θα φάει ξύλο από τον δάσκαλο.
- Η ομάδα μας έφαγε ξύλο στον αγώνα.
- Έφτιαξε ένα τραπέζι από σκούρο ξύλο.