ξεμυτίζω
ρήμα1. Κάνω σύντομη ή σταδιακή έξοδο από κρυψώνα, απόκρυφο ή εσωτερικό χώρο, συνήθως για να κοιτάξω, να αναπνεύσω ή να μετακινηθώ προσωρινά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν ξεμυτίζω αν έχει πολύ κρύο.
- Ο γάτος ξεμυτίζει από το κουτί όταν ακούει φαγητό.
- Μη ξεμυτίζεις χωρίς να έχεις κλειδώσει την πόρτα.
- Σήμερα το πρωί ένα πουλάκι ξεμύτισε από τη φωλιά του.