ξέγνοιαστος
επίθετοΠου απαλλάσσεται από έγνοιες, ανησυχίες ή ένταση και βιώνει αίσθηση ηρεμίας.
Συνώνυμα
ανέμελος ανάλαφρος ξαλφιασμένος αμέριμνος αδιάφορος χαλαρός ξεκούραστος αψυχολόγητος διασκεδαστικός ευφρόσυνος χαρωπός
Αντώνυμα
αγχώδης ανήσυχος αγχωμένος στενοχωρημένος προβληματισμένος μελαγχολικός συλλογισμένος βαρυφορτωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τις εξετάσεις ένιωθε επιτέλους ξέγνοιαστος.
- Πέρασε ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι στο νησί.
- Τα παιδιά έτρεχαν ξέγνοιαστα στην αυλή.
- Η ζωή στο χωριό ήταν πιο ξέγνοιαστη τότε.
- Με το καλό πρόγραμμα που είχε φτιάξει, μπορούσε να φύγει ξέγνοιαστος για το ταξίδι.