νύμφη

ουσιαστικό

1. Θηλυκό πλάσμα της ελληνικής μυθολογίας και λαϊκής παράδοσης, πνεύμα της φύσης που κατοικεί σε συγκεκριμένα τοπία (δάση, πηγές, ποτάμια, βουνά) και συνήθως απεικονίζεται ως νεαρή γυναίκα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην αρχαία μυθολογία, η νύμφη κατοικούσε στα δάση και τις πηγές.
  • Η νύμφη μπήκε στην εκκλησία ντυμένη με λευκό φόρεμα.
  • Η νύμφη της λιβελούλας ζούσε στο νερό πριν μεταμορφωθεί σε ενήλικο έντομο.
  • Στο παραμύθι, μια νύμφη βοήθησε τον ήρωα να βρει το δρόμο.
  • Οι ποιητές την αποκάλεσαν νύμφη των ανθών για την απαλή της ομορφιά.