νωρίτερα
επίρρημα1. Σε χρόνο προηγούμενο από εκείνον που αναφέρεται ή λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς.
2. Πριν από την προγραμματισμένη ή αναμενόμενη ώρα ή στιγμή.
3. Σε προγενέστερο στάδιο ή φάση σε σχέση με κάτι άλλο.
Συνώνυμα
προηγουμένως προγενέστερα πρωτύτερα προτέρως παλαιότερα παλιότερα νωρίς νωρίτσα προηγούμενα προέτι προτεραιότερα πριν παραπάνω πρότερα πρώτα πρόσφατα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήρθα νωρίτερα σήμερα για να προετοιμάσω την αίθουσα.
- Το ραντεβού έγινε νωρίτερα από ό,τι περίμενα.
- Μου είχε τηλεφωνήσει νωρίτερα, αλλά δεν το άκουσα.
- Όσο νωρίτερα φύγεις, τόσο καλύτερα θα πάνε τα πράγματα.
- Είχα προετοιμάσει τα έγγραφα νωρίτερα, οπότε δεν είχα καθυστερήσεις.