νομικός
άλλο1. Που αφορά ή σχετίζεται με το δίκαιο, το νομικό πλαίσιο, τις νομικές αρχές ή τη νομοθεσία.
Συνώνυμα
δικηγόρος νομομαθής νομολόγος νόμιμος σύννομος δικαστικός έννομος δικαστής νομοθέτης συμβούλος πληρεξούσιος παραστάτης δικανικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νομικός μας συμβούλεψε να υπογράψουμε το συμβόλαιο.
- Χρειάζεται νομική βοήθεια για την επίλυση της διαφοράς.
- Οι νομικές συνέπειες της απόφασης είναι σημαντικές.
- Το νομικό πλαίσιο προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα.
- Οι νομικοί διαφώνησαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.