νηστεύω
ρήμα1. Παραμένω χωρίς τροφή ή περιορίζω την κατανάλωση ορισμένων ειδών τροφίμων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως για θρησκευτικούς, πνευματικούς ή υγειονομικούς λόγους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής νηστεύω σύμφωνα με τις οικογενειακές παραδόσεις.
- Τη νύχτα πριν από την επέμβαση ο γιατρός μου είπε να νηστεύω από φαγητό και νερό.
- Κάθε μέρα νηστεύω 16 ώρες και τρώω μέσα σε 8 ώρες ως μέρος της διαλειμματικής δίαιτας.
- Μερικές φορές νηστεύω από γλυκά όταν θέλω να μειώσω την κατανάλωση ζάχαρης.
- Για να διαμαρτυρηθώ, νηστεύω μέχρι να εισακουστούν τα αιτήματά μας.