μόνο
επίρρημα1. Περιορίζει την αναφορά σε ένα πρόσωπο, αντικείμενο, γεγονός ή ποσότητα, δηλώνοντας αποκλεισμό άλλων.
2. Περιορίζει την έκταση ή τον βαθμό μιας δήλωσης, υποδεικνύοντας ότι κάτι ισχύει μόνο σε περιορισμένο βαθμό ή μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόνο εγώ το ξέρω.
- Έχω μόνο πέντε ευρώ.
- Τον βλέπω μόνο τα Σαββατοκύριακα.
- Το κάνω μόνο για σένα.
- Ήθελα να έρθω, μόνο που δεν είχα χρόνο.