μπρίο

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα έντονης, ζωηρής ενέργειας και ενθουσιασμού που εκδηλώνεται στην ομιλία, τη συμπεριφορά ή την καλλιτεχνική εκτέλεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τραγούδι απέκτησε περισσότερο μπρίο μετά την επανεκτέλεση.
  • Εκφώνησε την ομιλία με μπρίο και κέρδισε το κοινό.
  • Η ομάδα μπήκε στο παιχνίδι με πολύ μπρίο και ενθουσιασμό.
  • Χορεύει πάντα με μπρίο, ακόμα κι όταν είναι κουρασμένη.
  • Έβαλε λίγες πινελιές ώστε η σύνθεση να αποκτήσει μπρίο.