μπουρίνι
ουσιαστικό1. Έντονη, συνήθως ξαφνική επιδείνωση του καιρού με ισχυρούς ανέμους και έντονη βροχή ή χαλάζι, που συνήθως διαρκεί σύντομα και προκαλεί ταχεία αναστάτωση στις συνθήκες της ατμόσφαιρας και στις δραστηριότητες.
Συνώνυμα
θύελλα καταιγίδα φουρτούνα τρικυμία λαίλαπα ανεμοθύελλα βροχή κακοκαιρία μπορά ανεμοστρόβιλος χαλαζοθύελλα σύννεφο καταιγισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπουρίνι σήκωσε κύματα στο μικρό λιμάνι.
- Μας πρόλαβε το μπουρίνι στη μέση του δρόμου και ψάχναμε καταφύγιο.
- Ανέβηκαν σκοτεινά σύννεφα και ήρθε ξαφνικά μπουρίνι.
- Στη συζήτηση ξέσπασε μπουρίνι αντιδράσεων και διακόπηκε η συνεδρίαση.
- Τα μπουρίνια του Απριλίου είναι σύντομα αλλά έντονα.