καλοκαιρία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή περίοδος με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, συνήθως θερμές, ηλιόλουστες και χωρίς βροχές.
2. Διάστημα με σταθερό, ξηρό και ζεστό καιρό, ιδίως κατά τη θερινή εποχή, που ευνοεί υπαίθριες δραστηριότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καλοκαιρία κράτησε όλη την εβδομάδα και ο κόσμος βγήκε στις βόλτες.
- Μετά τις πολλές βροχές, η καλοκαιρία μας έδωσε επιτέλους λίγη ανάσα.
- Η σημερινή καλοκαιρία είναι ιδανική για εκδρομή στο βουνό.
- Χάρη στην καλοκαιρία, οι αγρότες μπόρεσαν να συνεχίσουν τις δουλειές τους στα χωράφια.
- Αύριο προβλέπεται ξανά καλοκαιρία, χωρίς ανέμους και με καθαρό ουρανό.