μπάζο
ουσιαστικό1. Συσσωρευμένα κομμάτια υλικών (πέτρες, χώμα, θραύσματα τούβλων, κονιάματος κ.λπ.) που προκύπτουν από κατεδαφίσεις, εκσκαφές ή οικοδομικές εργασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπάζο από την κατεδάφιση έχει γεμίσει όλο το οικόπεδο.
- Μην τον πάρεις στην ομάδα, είναι μπάζο στη δουλειά.
- Το καινούργιο αυτοκίνητο αποδείχτηκε μπάζο, χαλούσε συνέχεια.
- Τον αποκάλεσαν μπάζο στη συζήτηση επειδή δεν είχε επιχειρήματα.
- Στην κουζίνα είναι μπάζο, ακόμα και το νερό καίει.