μουχλιασμένος
επίθετοΠου έχει καλυφθεί ή αλλοιωθεί από μούχλα, συνήθως λόγω υγρασίας και κακού αερισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υπόγειο είναι μουχλιασμένος και χρειάζεται αερισμό.
- Άνοιξε το ντουλάπι, αλλά το ψωμί είχε γίνει μουχλιασμένος.
- Το παλιό βιβλίο μύριζε μουχλιασμένος μετά από χρόνια στην αποθήκη.
- Δεν μπορούμε να μείνουμε σε ένα τόσο μουχλιασμένος δωμάτιο.
- Το τυρί ήταν ήδη μουχλιασμένος, οπότε το πέταξε.