μονομερής
επίθετο1. Που αναφέρεται ή εκτελείται από μία μόνο πλευρά, χωρίς συμμετοχή, συμφωνία ή ανταπόκριση από άλλους.
2. Που παρουσιάζει ασυμμετρία ή έλλειψη ισορροπίας λόγω επικέντρωσης σε μία πλευρά, όψη ή παράγοντα.
Συνώνυμα
μονόπλευρος μονοδιάστατος μεροληπτικός προκατειλημμένος αυθαίρετος ατομικός αποκλειστικός αυταρχικός ατομιστικός επιλεκτικός απομονωτικός
Αντώνυμα
αμφίπλευρος διμερής πολυμερής αμοιβαίος αμερόληπτος διαλεκτική αντικειμενικός δίκαιος συλλογικός συνεργατικός συμμετρικός πολλαπλός διάφορος δίδυμος
Παραδείγματα χρήσης
- Η μονομερής απόφαση της κυβέρνησης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Ο μονομερής όρος στο συμβόλαιο ευνοούσε αποκλειστικά τον εργοδότη.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε τη μονομερή ακύρωση της συμφωνίας χωρίς διαπραγμάτευση.
- Μια μονομερής κίνηση στη διεθνή διπλωματία μπορεί να επιδεινώσει τις σχέσεις μεταξύ των χωρών.
- Ο μονομερής πόνος στο δεξί χέρι ανησύχησε τους γιατρούς.