μεσημέρι
ουσιαστικό1. Η στιγμή της ημέρας κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του ουρανού.
2. Η μεσαία περίοδος της ημέρας ανάμεσα στο πρωί και το απόγευμα, συνήθως γύρω στις δώδεκα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μεσημέρι ο ήλιος είναι ψηλά στον ουρανό.
- Πάμε για φαγητό το μεσημέρι;
- Τα μεσημέρια δουλεύω από το σπίτι.
- Έκλεισα ραντεβού στο μεσημέρι για να αποφύγω την πρωινή κίνηση.
- Θεωρεί το μεσημέρι της ζωής του την πιο δημιουργική φάση.