μακάβριος
επίθετο1. Που σχετίζεται άμεσα με το θάνατο ή τους νεκρούς και προκαλεί ανατριχίλα, τρόμο ή αίσθηση φρίκης λόγω εικόνων αποσύνθεσης, βίας ή σκοτεινής φαντασίας.
Συνώνυμα
νεκρικός νεκρώσιμος νοσηρός ανατριχιαστικός φρικιαστικός αποτρόπαιος μαύρος εφιαλτικός τρομαχτικός αηδιαστικός τρομακτικός σκοτεινός φρικτός αποστροφικός τραγικός ζοφερός
Αντώνυμα
χαρούμενος ευχάριστος χιουμοριστικός ανέμελος αισιόδοξος φωτεινός ζωντανός γιορτινός χαριτωμένος τρυφερός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σκελετός στην παλιά σοφίτα έμοιαζε μακάβριος.
- Ο σχολιασμός του για το δυστύχημα ήταν μακάβριος και προκάλεσε αντιδράσεις.
- Ο διάκοσμος στο δωμάτιο ήταν μακάβριος, με κρυστάλλινα κρανία και μαύρα κεριά.
- Ο χαρακτήρας του πίνακα ήταν μακάβριος και προκαλούσε ανατριχίλα.
- Ο ρεπόρτερ φάνηκε μακάβριος όταν περιέγραψε λεπτομερώς το φριχτό περιστατικό.