μαζεμένος
επίθετο1. Που έχει μαζευτεί ή συγκεντρωθεί σε μικρότερο χώρο, με τα μέρη του κοντά μεταξύ τους.
2. Που φέρεται με συγκράτηση, χωρίς να εκδηλώνεται εύκολα ή έντονα.
3. Που είναι λιγόλογος ή προσεκτικός στον τρόπο που μιλά και κινείται.
Συνώνυμα
συμμαζεμένος συγκεντρωμένος τακτοποιημένος νοικοκυρεμένος σφιγμένος συγκρατημένος συνεσταλμένος ντροπαλός λιγομίλητος κλειστός επιφυλακτικός σεμνός νομοταγής κομπλέ στιβαρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δωμάτιο είναι πολύ μαζεμένο και φαίνεται πιο ευρύχωρο.
- Κράτα τα πράγματά σου μαζεμένα στο γραφείο.
- Φαινόταν μαζεμένος και δεν μιλούσε πολύ στη συνάντηση.
- Ο μαζεμένος κήπος χρειάζεται λίγο κλάδεμα.
- Έχει έναν μαζεμένο τρόπο να ντύνεται, απλό αλλά προσεγμένο.