μάρκετ
ουσιαστικό1. Χώρος ή κατάστημα, συνήθως οργανωμένο, όπου πωλούνται διάφορα καταναλωτικά αγαθά σε ιδιώτες ή επαγγελματίες.
2. Συγκέντρωση πωλητών και αγοραστών σε συγκεκριμένο τόπο ή χρόνο για πραγματοποίηση συναλλαγών αγαθών και υπηρεσιών.
Συνώνυμα
αγορά σούπερμάρκετ μινιμάρκετ παντοπωλείο μπακάλικο παζάρι μπαζάρ λαϊκή μαγαζί κατάστημα πιάτσα μανάβικο ψιλικατζίδικο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγα στο μάρκετ για ψώνια.
- Το μάρκετ της γειτονιάς έχει φρέσκα λαχανικά κάθε μέρα.
- Το ψηφιακό μάρκετ προσφέρει προϊόντα από όλο τον κόσμο.
- Το μάρκετ των ηλεκτρικών αυτοκινήτων αυξάνεται γρήγορα.
- Οι τιμές στο παγκόσμιο μάρκετ επηρεάζονται από γεωπολιτικά γεγονότα.