μάρκα
ουσιαστικό1. Επωνυμία, σύμβολο ή γραφικό σημάδι που ταυτοποιεί και διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες ενός παραγωγού ή φορέα από προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάρκα αυτή είναι γνωστή για την ποιότητα των προϊόντων της.
- Τι μάρκα είναι το αυτοκίνητό σου;
- Το πρόβατο φέρει τη μάρκα του κτηνοτρόφου στο αυτί.
- Πριν από το ευρώ η μάρκα ήταν το νόμισμα της Γερμανίας.
- Κατέθεσαν την μάρκα στο αρμόδιο γραφείο για να την προστατεύσουν.