μάγος

ουσιαστικό

1. Άτομο που ασκεί μαγεία ή θεωρείται ότι χρησιμοποιεί υπερφυσικές δυνάμεις για να επηρεάσει τη φύση, τα γεγονότα ή την ανθρώπινη τύχη.

Συνώνυμα

μάγισσα ταχυδακτυλουργός νεκρομάντης φαρμακεύς σαμάνος θαυματουργός μαγεύτης γοητευτής μέντιουμ πνευματιστής μάντης μάστορας ειδικός σοφός γνώστης δαίμονας γκουρού

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μάγος της σκηνής εξαφάνισε το περιστέρι.
  • Στο μυθιστόρημα, ο μάγος έριξε ένα ισχυρό ξόρκι για να προστατέψει το χωριό.
  • Είναι μάγος με τους υπολογιστές και επιλύει κάθε τεχνικό πρόβλημα.
  • Οι μάγοι του φεστιβάλ εντυπωσίασαν τα παιδιά με τα κόλπα τους.
  • Τον αποκαλούσαν μάγο της γλώσσας επειδή μεταφράζει λογοτεχνία με μεγάλη δεξιοτεχνία.