μάγισσα
ουσιαστικό1. Γυναίκα που, σύμφωνα με λαϊκές, μυθολογικές ή λογοτεχνικές παραδόσεις, κατέχει ή ασκεί υπερφυσικές δυνάμεις και εκτελεί μαγικά τελετουργικά ή ξόρκια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάγισσα πέταξε πάνω από το σκοτεινό δάσος.
- Οι χωριανοί κατηγόρησαν τη μάγισσα για τα ατυχήματα και την έδιωξαν.
- Στα παλιά παραμύθια, οι μάγισσες συχνά ζούσαν σε μικρά καλύβια.
- Είναι μια μάγισσα στη μαγειρική — όλα της τα φαγητά είναι υπέροχα.
- Την αποκάλεσε μάγισσα σε έξαλλη κατάσταση, χωρίς να το εννοεί σοβαρά.