λιγνός
επίθετο1. Που έχει λεπτή, αδύνατη ή λεπτοκαμωμένη σωματική διάπλαση, με μικρό όγκο σώματος.
2. Που έχει μικρό πάχος ή όγκο, λεπτό σε διαστάσεις (για αντικείμενα ή δομές).
Συνώνυμα
λεπτός λεπτόκορμος λεπτοκαμωμένος καχεκτικός αδύνατος ψιλός λεπτεπίλεπτος λεπτό μικροκαμωμένος ψιλό σβέλτος κομψός κοκαλιάρης σκελετωμένος αδύναμος ελαφρύς ψηλός
Αντώνυμα
χοντρός παχύς υπέρβαρος εύσωμος παχύσαρκος γεροδεμένος μεγαλόσωμος σωματώδης παχουλός πληθωρικός πλατύς στρογγυλός στιβαρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λιγνός νεαρός περπάτησε ήσυχα στο πάρκο.
- Η λιγνή χορεύτρια κινήθηκε με χάρη στη σκηνή.
- Το λιγνό πλαίσιο της πόρτας έμοιαζε αδύναμο μετά την καταιγίδα.
- Η φετινή σοδειά ήταν λιγνή και δεν κάλυπτε τις ανάγκες του χωριού.
- Οι λιγνοί κορμοί των δέντρων σχημάτιζαν σκιές στο μονοπάτι.