λανθάνω
ρήμα1. Δεν γίνομαι αντιληπτός από κάποιον ή από τους γύρω· διαφεύγω της προσοχής.
2. Πραγματοποιώ ή ενεργώ κάτι χωρίς να το παρατηρήσει ή να το αντιληφθεί κάποιος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αν λανθάνω, η συνάντηση ήταν χθες και όχι σήμερα.
- Ελπίζω να λανθάνω, γιατί τα νέα που άκουσα είναι ανησυχητικά.
- Μην νομίζεις πως λανθάνω — είδα ό,τι έγινε και το αξιολόγησα.
- Φοβάμαι ότι λανθάνω στην εκτίμηση του χρόνου που χρειάζεται το έργο.
- Ας λανθάνω για μια φορά, αν αυτό σημαίνει ότι δοκιμάζω κάτι καινούργιο.