λαθραία
επίθετοΠου πραγματοποιείται ή λαμβάνει χώρα χωρίς τη νόμιμη άδεια ή τον επίσημο έλεγχο, με μυστικότητα ή παρανομία.
Συνώνυμα
λάθρα παράνομος παράτυπος απαγορευμένος μαύρος κρυφός κρυφά κρυφίως μυστικά μυστικώς υπόγεια παρασκηνιακά συνωμοτικά απαρατήρητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πέρασε λαθραία τα σύνορα τη νύχτα.
- Το φορτίο ήταν λαθραία εισαγόμενο και κατασχέθηκε.
- Ο θηροφύλακας εντόπισε λαθραία κυνηγετικά όπλα στο αυτοκίνητο.
- Η μουσική ακουγόταν λαθραία από το διπλανό δωμάτιο, χωρίς να τον πάρουν είδηση.