κουνιέμαι
ρήμα1. Κινούμαι εμπρός-πίσω, δεξιά-αριστερά ή παλινδρομικά, συνήθως με μικρή έκταση και επαναλαμβανόμενο τρόπο, αναφερόμενο σε σώμα, μέρος του σώματος ή αντικείμενο.
Συνώνυμα
κινούμαι κινιέμαι κουνάω λικνίζομαι ταλαντεύομαι σείομαι ταρακουνιέμαι παλινδρομώ ανακινούμαι σείω στριφογυρίζομαι στροβιλίζομαι τρεμουλιάζω τρέμω αναπηδώ χτυπιέμαι χορεύω κρέμομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν κουνιέμαι από εδώ μέχρι να τελειώσει η συζήτηση.
- Στο μικρό σκάφος κουνιέμαι συνέχεια λόγω των κυμάτων.
- Παρόλες τις πιέσεις, δεν κουνιέμαι από την απόφασή μου.
- Από το κρύο κουνιέμαι και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
- Σπάνια κουνιέμαι τόσο πολύ από μια ταινία.