κουζίνα
ουσιαστικό1. Δωμάτιο ή ειδικός χώρος σε κατοικία, εστιατόριο ή άλλο κτίριο όπου προετοιμάζονται και μαγειρεύονται τρόφιμα, συνήθως εξοπλισμένος με συσκευές, σκεύη και επιφάνειες εργασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κουζίνα είναι καθαρή σήμερα.
- Η κουζίνα στο εξοχικό μας δεν ανάβει.
- Η ελληνική κουζίνα είναι διάσημη παγκοσμίως.
- Στην κουζίνα του εστιατορίου επικρατεί ένταση πριν το δείπνο.
- Οι κουζίνες ανοιχτού σχεδιασμού προτιμώνται στα σύγχρονα διαμερίσματα.