κουβεντούλα
ουσιαστικό1. Μικρή, σύντομη και ανεπίσημη συνομιλία μεταξύ ανθρώπων, συνήθως φιλική ή χαλαρή.
2. Συζήτηση χωρίς ιδιαίτερο βάθος ή επίσημο σκοπό, που γίνεται για να διατηρηθεί επαφή ή να περάσει η ώρα.
Συνώνυμα
κουβέντα συζήτηση συνομιλία κουβεντιά διάλογος λόγος λαλιά κουβεντολόι φλυαρία μπλα-μπλα κουτσομπολιό συνέντευξη συνδιάλεξη διαβούλευση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ελάτε να πούμε μια κουβεντούλα για το πρόγραμμα.
- Μας έπιασε μια κουβεντούλα στην είσοδο και χάσαμε το λεωφορείο.
- Θα κάνω μια σύντομη κουβεντούλα με τον διευθυντή για το συμβόλαιο.
- Έγινε μια μικρή κουβεντούλα για τα νέα της γειτονιάς.
- Του ψιθύρισε μια γλυκιά κουβεντούλα στο αυτί πριν φύγουν.