κορμάκι
ουσιαστικό1. Ενδύμα μονόκομματο και στενό που καλύπτει τον κορμό, με ή χωρίς μανίκια, συχνά με κουμπώματα στο καβάλο· χρησιμοποιείται ως εσώρουχο, χορευτική ή αθλητική στολή και ως γυναικείο ή παιδικό ένδυμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα το κορμάκι στο μωρό πριν την βόλτα.
- Η χορεύτρια φόρεσε ένα μαύρο κορμάκι για την παράσταση.
- Η κούκλα είχε σπασμένο το κορμάκι της.
- Κάνει πολλή γυμναστική για να διατηρήσει το κορμάκι της.
- Το γατάκι κρύφτηκε γιατί φοβόταν για το ευαίσθητο κορμάκι του.