κοπάδι

ουσιαστικό

1. Ομάδα ζώων, συνήθως αιγοπροβάτων, προβάτων, βοοειδών ή άλλων βοσκομένων ειδών, που ζουν, βόσκουν ή κινούνται μαζί.

2. Μεταφορικά, μεγάλη συγκέντρωση ή σύνολο οργανισμών ή ανθρώπων που κινούνται ή λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κοπάδι των προβάτων βόσκει στο λιβάδι.
  • Ένα κοπάδι αγελάδων πέρασε από τον χωματόδρομο.
  • Ένα κοπάδι πουλιών πέταξε πάνω από τη λίμνη.
  • Στην πλατεία είχε μαζευτεί ένα κοπάδι κόσμου.
  • Οι βοσκοί πρόσεχαν το κοπάδι μέχρι το απόγευμα.