κολοσσιαίος

επίθετο

1. Που έχει εξαιρετικά μεγάλο μέγεθος, όγκο ή διαστάσεις σε σχέση με το συνηθισμένο.

2. Που χαρακτηρίζεται από έκταση, ένταση ή επιρροή εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κολοσσιαίος βράχος έκρυβε το μονοπάτι.
  • Η κολοσσιαία γέφυρα συνέδεσε τις δύο πόλεις.
  • Το κολοσσιαίο έργο απαιτούσε χρόνια εργασίας.
  • Η είδηση προκάλεσε κολοσσιαία αναστάτωση στο κοινό.
  • Οι κολοσσιαίοι πυλώνες του ιστορικού μνημείου αντέχουν χιλιετίες.